ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!
elen

το βρετανικό Bulldog

 

συγγραφείς - ποτά - τζιν

Η σχέση μου με το αγαπημένο ποτό στα κοκτέιλ του ζεύγους F. Scott και Zelda Fitzgerald (και του μεγάλου Gatsby), του Raymond Chandler (και του ντετέκτιβ Philip Marlowe), της Carson McCullers, της Anne Sexton, της Dorothy Parker (μετά το whiskey sour), του Ian Fleming και όλων σχεδόν των James Bond (my name is martini, shaken martini), του Tennessee Williams και του (θαλασσόλυκου) Jack London για να αναφέρω μερικούς γνωστούς πότες της συγγραφής, υπήρξε για πολλά χρόνια επιεικώς ατυχής. Για άνθρωπο φανατικό των δοκιμών, ανοικτό στις γεύσεις και τις παραξενιές τους και υπέρ του να μοιράζεις ευκαιρίες στα υλικά να σε γοητέψουν εκ νέου, αυτό θα χρωματίζονταν και μελανά. Με εξαίρεση ένα ενδιαφέρον κοκτέιλ στο παλιό 48 (που όμως ήμουν πολύ απασχολημένη για να πάρω τη συνταγή), το λονδρέζικο gin δεν κατάφερε να με κερδίσει ούτε ξεπαρθενεύοντας τα πιο premium μπουκάλια του, στα οποία η κοινωνία των φανατικών του ποτού και της ποιότητας ορκίζεται με cheers. Όσα όμως δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνουν κάποτε τα δευτερόλεπτα και μια σωστή γουλιά. Αυτή ήταν του gin and tonic με το London Dry Gin Bulldog, στο πιο αγγλικό περιβάλλον της Αθήνας, τον κήπο του Βρετανού Πρέσβη.

bulldog - Winston-ChurchillΜε ένα εντυπωσιακό μαύρο μπουκάλι, έντονο και μαζί κομψό, με κανονικό γυάλινο κολάρο στο λαιμό του, το super premium Bulldog είναι ένα gin που σχεδιάστηκε μέσα κι έξω απ’ την αρχή. Η ιδέα και το ολοκαίνουργιο εγχείρημα οφείλονται στον τραπεζίτη επενδύσεων Anshuman Vohra, λάτρη του gin tonic που έπινε από νεαρός παρέα με τον διπλωμάτη πατέρα του. Ο Anshuman Vohra τοποθέτησε το όραμά του για το συγκεκριμένο ποτό έξω από την πεπατημένη των κλασικών premium gin της αγοράς, όπως το Hendricks και το Tanqueray και το 2006 αποφάσισε να δημιουργήσει το δικό του brand. Ένα νέο σε σύλληψη απόσταγμα με αυθεντική γεύση, πλουσιότερη σε βότανα, εξωτική και ολίγον πικάντικη, τόσο διαολεμένα ισορροπημένη και μαλακή, που την αποκωδικοποιείς ως πιο ‘ελαφριά’. Έκανε έτσι ένα σύγχρονο premium προϊόν, με άποψη, στιλάτο, προκλητικό και ελκυστικό στον νεότερο καταναλωτή που δεν πίνει το τζιν του παππού του. Το gin πέρα από το θέμα της γεύσης, που σαφώς είναι υποκειμενικό, έχει και το πρόβλημα της εικόνας (image) και της επικοινωνίας επομένως, κάτι που για παράδειγμα δεν έχει η βότκα. Το πολυβραβευμένο Bulldog (όπως έμαθα πίνοντας το δεύτερο gin με τόνικ και δεν ήταν το τελευταίο) δεν είναι απλώς ένα Super Premium London Dry Gin βάσει των προδιαγραφών παρασκευής (είναι τετραπλής απόσταξης!) και της εκπληκτικής στρογγυλεμένης του γεύσης αλλά καινοτομεί στην κατηγορία εισάγοντας ένα σύγχρονο πνεύμα, φρέσκο και επεισοδιακό, ασυνήθιστο για τον συντηρητισμό του ποιοτικού gin. Το μπουκάλι σου θυμίζει μαύρη γυμνασμένη absolut, μυώδη απ’ το twerk. Έχει ζωηρή διάθεση, αυτοπεποίθηση που περισσεύει και bold όνομα που προέκυψε από τον Sir Winston Churchill, τον σκληρό και επίμονο πρωθυπουργό που κέρδισε τη φήμη του βρετανικού bulldog προσωποποιώντας το ιδεώδες της βρετανικότητας.

«Η μύτη του bulldog είναι λοξή και στραμμένη προς τα πίσω ώστε να μπορεί να αναπνέει χωρίς να σ’ αφήνει». W. Churchill

H τύχη σπάνια δεν στέκεται δίπλα στους οξυδερκείς τολμηρούς που αντιλαμβάνονται τα κενά της παγκόσμιας αγοράς όπως αυτό που φάνηκε τελικά να υπάρχει στην κατηγορία ‘modern-premium gin’. Το ‘σοβαρό’ gin είδε τα τελευταία 40 χρόνια την αγορά του να μειώνεται καθώς το κοινό προτίμησε τη βότκα. «Όμως gin και βότκα είναι ξαδέλφια και επί της ουσίας το gin είναι μια βότκα εμπλουτισμένη με αρώματα, με έγχυση άρκευθου (γιουνίπερου) και άλλων μυρωδικών και βοτάνων» είπε παρουσιάζοντάς το ο Πορτογάλλος Nuno Codea, Senior Brand Ambassador του Bulldog.

Bulldog Gin and Tonic

Gin, το εμπόλεμο

Το gin (όνομα από το genièvre, jenever, ginepro, juniper σε γαλλικά, ολλανδικά, ιταλικά και αγγλικά, ήτοι κέδρος) είναι αποτέλεσμα παραδοσιακής επαναπόσταξης φυσικής αλκοόλης σιτηρών με καρπούς κέδρου που δίνουν τον βασικό του χαρακτήρα, πάνω στον οποίο τα αρώματα άλλων μπαχαρικών, καρπών και βοτάνων έρχονται να διαφοροποιήσουν με ειδικές πινελιές την σύνθεση. Υπάρχουν δύο βασικά είδη gin: το αγγλικό και το ολλανδικό, τε δεύτερο γνωστό και ως Jenever στην Ολλανδία και ως Hollands ή Schiedam στην Αγγλία. Οι αγγλικές λέξεις gin και geneva (καμία σχέση με την ελβετική Γενεύη) είναι παραφθορές των jenever και genièvre, όπου οι Γάλλοι σπάνια χρησιμοποιούν το genièvre θεωρώντας το αγγλισμό και κατάλοιπο του πολέμου, κάποιοι μάλιστα καθαρευουσιάνοι διάβασα, βρίσκουν ότι καταστρέφει την γαλλική γλώσσα! (Μεταξύ μας, Γάλλοι και Άγγλοι δεν θα τα βρουν ούτε πίνοντας αποστάγματα). Η καθαρή απόσταξη είναι μια ανακάλυψη που τοποθετείται γύρω στο 1.100 μ.χ. στο Σαλέρνο, διάσημο ιατρικό κέντρο της εποχής –η απόσταξη εν γένει είναι πολύ παλιότερη υπόθεση που φτάνει πίσω στον 1ο αιώνα μ.Χ., στην Αλεξάνδρεια. Αρχικός της σκοπός ήταν η παρασκευή φαρμακευτικών και τονωτικών ουσιών, πράγμα που τότε γινόταν απ’ το κρασί. Ο καρπός του άρκευθου (κέδρου) χρησιμοποιούνταν για να δώσει στα παρασκευάσματα άρωμα και γεύση. Ο σκοπός όμως σύντομα ξεπεράστηκε λόγω της ανάπτυξης των μέσων, ήτοι με την δημιουργία των αποστακτήριων. Η παραγωγή αλκοόλ από σιτηρά ήταν το μεγάλο βήμα για την διαδικασία που άρχισε πλέον να γίνεται τέχνη και τα προϊόντα της απ’ το περιθώριο της φαρμακευτικής ταμπέλας βγήκαν στο εμπόριο να ανταγωνιστούν τους οίνους και τον ζύθο.

Η τρέλα του gin

Στην Αγγλία τα αποστάγματα ξεκίνησαν ως προνόμιο των μοναχών. Μόνοι τους τα έφτιαχναν, μόνοι τους τα έπιναν σχεδόν, μέχρι που ο Ερρίκος VIII (1539) είπε να κάνει ένα διάλειμμα απ’ το κάψιμο των μαγισσών και τάβαλε μαζί τους. Διέλυσε τα μοναστήρια, ξεσπίτωσε απ’ αυτά τους μοναχούς, οι οποίοι αναγκασμένοι να πορευτούν με άλλο τρόπο για τα προς το ζειν έγιναν γιατροί, φαρμακοποιοί, παραγωγοί αποσταγμάτων και ζυθοποιοί. Μάθε τέχνη κι άστηνε, κοινώς. Σε δυο αιώνες, το Λονδίνο έγινε βιομηχανικό κέντρο απόσταξης gin και η αγγλική κοινωνία πέρασε από το αγροτικό μοντέλο στη ζωή της πόλης. Το εμπόριο και η κατανάλωση έκαναν πικ, η κατάχρηση του αλκοόλ επίσης. Το ποτό γνωρίζει το μεγαλείο της άνθισης και μετονομάζεται σε London Gin.

gin lane hogarthΜετά τον πόλεμο των Άγγλων με τους Γάλλους (1688) επί εποχής William III of Orange η φορολογία του gin ήταν ελάχιστη. Το αγόραζες φτηνότερα απ’ την μπίρα ενώ η παραγωγή του ήταν 6 φορές μεγαλύτερη. Απ’ τα 15.000 μέρη που μπορούσες να πιεις αλκοόλ, πάνω από τα μισά πρόσφεραν τζιν, κάνοντάς το πιο δημοφιλές κι απ’ το νερό, που όντας βρώμικο ευθύνονταν και για τα κρούσματα της βουβωνικής χολέρας. Στα καταστήματα του Λονδίνου υπήρχαν ήδη μηχανήματα πώλησής του που λειτουργούσαν με κέρματα (πρόγονοι των ανάλογων σημερινών για σνακ και αναψυκτικά). Το gin όμως ήταν συχνά εξαιρετικά κακό, αρωματισμένο με νέφτι και θεϊκό οξύ (bathtab gin). Ανάμεσα στα αποστακτήρια που ξεφύτρωναν παντού μετά την κατάργηση του μονοπωλίου και το μέτρο υψηλής φορολογίας στα εισαγόμενα ποτά (πολιτική μπαράζ της Αγγλίας στο γαλλικό μπράντι) υπήρχαν πάμπολλα παράνομα. Πρακτικά κάθε Άγγλος είχε τη δυνατότητα να φτιάξει το δικό του gin και να το πουλήσει. Το ποτό-φάρμακο σκότωνε επομένως κάποια ‘καταραμένα’ μικρόβια αλλά και πολλούς φτωχούς αλκοολικούς, που τα τσούζαν όσο ανέπνεαν. Το στοιχείο αποτυπώθηκε σε σχέδια της εποχής, με πιο γνωστό το ηθικοπλαστικής διάθεσης ‘Gin Lane’ του διδακτικού Hogarth να δείχνει τις συνέπειες και στο οποίο αποδίδουν αρκετοί την αρνητική εικόνα που συνοδεύει το ποτό έκτοτε. Η αλήθεια είναι βεβαίως πως η κατάσταση είχε φτάσει σε ανεξέλεγκτο σημείο και ανάγκασε σύντομα την κυβέρνηση (1736) να πάρει δραστικά μέτρα θεσπίζοντας ένα είδος ποτοαπαγόρευσης. Οπως όμως συμβαίνει με όλες τις απαγορεύσεις, ούτε αυτή δούλεψε, τουναντίον η περίοδος χατακτηρίστηκε από ταραχές, κάποιες υποκινούμενες από αντιφρονούντες και από την αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος και του λαθρεμπόριου. Ανακλήθηκε μια 7ετία μετά (το 1742), γιατί το παράνομο τζιν που διακινούνταν κρυφά είχε τριπλασιαστεί και ήταν χειρότερο απ’ το νόμιμο. Στο μεταξύ είχαν αρχίσει να μπαίνουν και οι βάσεις της επαγγελματικής ποτοποιίας. H τρέλα του τζιν ξεθυμαίνει όταν αυξάνεται το κόστος των σπόρων και τίθεται σε ισχύ ο νόμος του 1751, με τον οποίο πλέον απαιτούνταν άδειες για την παραγωγή του. Το ποτό τότε αλλάζει και κοινωνική τάξη.

The Gin Shop

The Gin Shop

Η ολλανδική πατρότητα

Παρά την καθοριστική διαδρομή του τζιν στην αγγλική κοινωνία, η πατρότητα της εφεύρεσής του αποδίδεται στον Ολλανδό φυσικό Francisus Sylvius. Η πρώτη γνωστή συνταγή εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα, σε εγχειρίδιο απόσταξης που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ (1622). Το Schiedam κοντά στο Ρότερνταμ είναι η πόλη με την παράδοση στην απόσταξή του. Οι Άγγλοι το γνωρίζουν μέσω τον Ολλανδών μετά τον πόλεμο μαζί τους. Ο ολλανδικός τρόπος παρασκευής του gin είναι διαφορετικός από τον αγγλικό. Χρησιμοποιεί όπως παλιά ίσα μέρη σίκαλης, σιταριού και μαγιάς με τη μέθοδο της διπλής απόσταξης σε παλιού τύπου (χάλκινο) αποστακτήρα. Το αποτέλεσμα ανακατεύεται με το ουδέτερο απόσταγμα που έχει επαναποσταχθεί με τα αρωματικά και τα βότανα. Αυτό του δίνει έναν σταρένιο γευστικό χαρακτήρα θυσιάζοντας μέρος της ‘αγνότητάς’ του. Κι ενώ το gin, αντίθετα με το κονιάκ και το ουίσκι, δεν χρίζει παλαίωσης, το ολλανδικό gin μένει για να ωριμάσει, πράγμα που υπογραμμίζει και τη διαφορά του με τα υπόλοιπα. Το ίδιο βέβαια γίνεται και με διάφορα gin μικρής παραγωγής στο Βέλγιο και στη Γερμανία, που οι απανταχού μυημένοι εκτιμούν ιδιαιτέρως.

London Dry Gin

σχέδιο του Hieronymus Brunschwig και οι εγαταστάσεις του G&J Greenall

Η κύρια κατηγορία του ποτού παγκοσμίως είναι τα London Dry Gin και η παραγωγή τους καθορίζεται από τα 3 στάδια της απόσταξης. α) την απόσταξη του αλκοόλ από δημητριακά β) την επαναπόσταξη που δίνει τον βαθμό καθαρότητας (περί το 96% σε οινόπνευμα) γ) Την τρίτη απόσταξη με προσθήκη των αρωματικών βάσει της μυστικής συνταγής κάθε brand, όπου επίσης προστίθεται νερό (αποσταγμένο εννοείται) για να κατέβει ο αλκοολικός βαθμός του. Παλιότερα μάλιστα για να μετρήσουν τη δύναμη του gin σε αλκοόλ οι παραγωγοί, το ανακάτευαν με μπαρούτι και το άναβαν. Αν άστραφτε και βρόνταγε αρκετά θεωρούνταν αξιοπρεπές. Το κριτήριο ήταν οπτικό. Κάτι σαν τις συνταγές που υπολογίζουν τα υλικά με το μάτι. Το σημείο-κλειδί ωστόσο σε κάθε απόσταγμα αφορά στο αποστακτήριο, το οποίο μπορεί να είναι: 1) Παλαιού τύπου αλλιώς στατικό ή ασυνεχές, χάλκινο (Pot Still) και σε σχήμα συνήθως αχλαδιού ή 2) Συνεχές (Continuous Still) Κάθε απόσταξη στο πρώτο (το στατικό) είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, τα υλικά θερμαίνονται, ο ατμός περνάει απ’ το λαιμό στον συμπυκνωτή και μετά σταματάει ο μηχανισμός εντελώς πριν ακολουθήσει η επόμενη απόσταξη με τον ίδιο τρόπο. Αυτό διατηρεί τα συστατικά, το άρωμα και τη γεύση του αποστάγματος που προκύπτει. Με τον δεύτερο τύπο (τον συνεχόμενο) η απόσταξη προχωράει χωρίς διαλείμματα, αποδίδοντας ένα εκλεπτυσμένο μεν υγρό με λιγότερη δε γεύση. Η απόσταξη εδώ είναι καθορισμένης ποιότητας, ο τρόπος πιο οικονομικός και το αποτέλεσμα απόλυτα ελεγχόμενο, φτωχότερο όμως σε χαρακτήρα. Στα αυθεντικά London Dry Gin η ουδέτερη αλκοολική βάση γίνεται στο συνεχές αποστακτήριο, ενώ η απόσταξη με τα αρωματικά και τα βότανα γίνεται στο στατικό.

Τα 12 συστατικά του Bulldog

Bulldog: Α bloody good premium London Dry Gin

Το Bulldog παρασκευάζεται στο G&J Greenall, ένα από τα φημισμένα αποστακτήρια gin στον κόσμο, και το παλιότερο συνεχούς λειτουργίας στην Αγγλία (από το 1761), με ιστορία 250 χρόνων στην παραγωγή υψηλής ποιότητας gin. Και η απόσταξη του είναι τετραπλή, με τον στατικό χειροποίητο τρόπο σε παραδοσιακούς χάλκινους άμβυκες, όπως διευκρίνησε ο Ανδρέας Ματθίδης (Wine & Spirits Education & Development Consultant Β.Σ. ΚΑΡΟΥΛΙΑΣ και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Οινοχόων). O Anshuman Vohra αξιοποίησε την εμπειρία του στο gin και τα ταξίδια του στον κόσμο για να δημιουργήσει με τον Master Distiller του αποστακτήριου, τον δικό του αρωματικό συνδυασμό των 12 συστατικών, που έχει το Bulldog, ξεπερνώντας τον κανόνα των 9-10 που γενικά υπάρχουν στα gin. Τρία από αυτά χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά στην παρασκευή gin: είναι τα φύλλα λωτού (απ’ την Ασία), το κινέζικο dragon eye και οι σπόροι της λευκής παπαρούνας (από την Τουρκία) που προσδίδουν στο premium Bulldog τον εξωτικό του χαρακτήρα. Τα υπόλοιπα υλικά του Bulldog είναι: – σιτάρι ανώτερης ποιότητας από το Norfolk – καρποί άρκευθου (κέδρου) απ’ την Τοσκάνη – διάβασα πως τους ήξερε και ο Μπάιρον- μαζεμένοι ένας-ένας την ίδια εποχή για σταθερή ποιότητα – μάτι του δράκου (longan) απ’ την Κίνα (μοιάζει με λίτσις) – κορίανδρος – αντζέλικα (μυρίζει σαν το γλυκάνισο) – λεμόνι από την Ισπανία – γλυκόριζα – ρίζα ίριδας – αμύγδαλα από την Ισπανία – κανέλα η κασσία ή κινεζική – λεβάντα και φυσικό νερό απ’ την Ουαλία που ελέγχεται με τις αυστηρότερες προδιαγραφές.

Bulldog gin launching AthensΤο Bulldog ήρθε πρόσφατα στην Ελλάδα από την εταιρία Β.Σ. Καρούλιας, παρουσιάστηκε άκρως βρετανικά, και δοκιμάστηκε σκέτο και σε κοκτέιλ. Πρωτοκυκλοφόρησε όμως στην Ισπανία το 2007 και ακολούθως σε Αμερική και υπόλοιπη Ευρώπη. Κερδίζει συνεχώς πιστούς οπαδούς και διακρίσεις, με σημαντικότερη μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες που έχουν δοθεί ποτέ σε gin: Superb (90-95) από τον guru Paul Pacult, αυθεντία επί των ποτών και το βραβείο του ‘Τοp 50 Spirit’ του έγκριτου Wine Enthusiasist Magazine. Θεωρείται από τους ειδικούς (και μετά τη δοκιμή του επαυξάνω) το πιο ‘βελούδινο’ gin στον κόσμο. Γι’ αυτό πίνεται και μόνο του, σκέτο (δοκιμάστηκε), εκτός απ’ το να δημιουργεί εκπληκτικά κοκτέιλ. Είναι για τους περιπετειώδεις εραστές του gin που με το ποτό τους ταξιδεύουν στο αρωματικό μπουκέτο που κρύβει η γεύση του, ψάχνοντας τις εξωτικές πηγές του ανάμεσα στη λεβάντα, τα εσπεριδοειδή και στην λεπτή αρμονία τους με τον κέδρο, ανακαλύπτοντας σε κάθε γουλιά ένα ακόμη στοιχείο εμπειρίας.

Σε όσους αρέσει το gin, το εύκολο και διαχρονικό Gin & Tonic (G and T) με το Bulldog θα μεταπηδήσει σε άλλη υγρή διάσταση.  Oι αναλογίες παίζουν κατά βούληση (1:3 ή 2:3 ή 1:2) και προστίθεται φετούλα lime, ελαφρά ζουλιγμένη να βγάλει το αρωματικό έλαιο. Περισσότερα κοκτέιλ μπορείτε να δείτε στο site του Bulldog εδώ και επιφυλάσσομαι τώρα που το ανακάλυψα, να σας μεταφέρω ένα καινούργιο σε επόμενο καλοκαιρινό ποστ. Θυμηθείτε βεβαίως πως σε όλα premium gin βάζουμε ένα καλό tonic όπως το Fever-Tree, το Fentimans ή το Schweppes (είπε ο Nuno) και καλά παγάκια. Το ποτήρι πρέπει ιδανικά να είναι παγωμένο και για το bulldog μεγάλο σαν το δικό του στη φωτογραφία –μ’ αυτό κυκλοφορεί στην αγορά άλλωστε. Για όσους το gin δεν αποτελεί και τη μεγαλύτερη έμπνευση, το Bulldog με τόνικ θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση ever. Trust me!

Πηγές (εκτός των links):  baracademy.gr, http://www.theguardian.com/books/2002/jun/01/featuresreviews.guardianreview3, http://sgtogias.tripod.com/articles/gin-history.html, http://www.drinksint.com, http://www.womenonly.gr/article.asp?catid=13751&subid=2&pubid=4395697, Status-Ποτά, 1990, http://a-mpa.blogspot.gr/2008/09/gin-and-tonic, Alexis Lichine’s Encyclopedia of Wines & Spirits, Bulldog

Στην μικρή φωτό (κέντρο): Ανδρέας Ματθίδης (o Έλληνας γκουρού των ποτών), Νuno Codea (Sennior Brand Ambassador, Bulldog), Andrew Staunton (Bρετανός αναπληρωτής Πρέσβης), Μπέσσυ Βρεττού, Θοδωρής Τσολακίδης και Θοδωρής Σκαλτσάς (Β.Σ. Καρούλιας). Στην κάτω: Greekadman, Pandespani, Μπέσσυ Βρεττού και Γιώργος Κεδικίδης (που έκανε την άψογη οργάνωση όλων).

Η σχέση μου με το αγαπημένο ποτό στα κοκτέιλ του ζεύγους F. Scott και Zelda Fitzgerald (και του μεγάλου Gatsby), του Raymond Chandler (και του ντετέκτιβ Philip Marlowe), της Carson McCullers, της Anne Sexton, της Dorothy Parker (μετά το whiskey sour), του Ian Fleming και όλων σχεδόν των James Bond (my name is martini, shaken martini), του Tennessee Williams και του (θαλασσόλυκου) Jack London για να αναφέρω μερικούς γνωστούς πότες της συγγραφής, υπήρξε για πολλά χρόνια επιεικώς ατυχής. Για άνθρωπο φανατικό των δοκιμών, ανοικτό στις γεύσεις και τις παραξενιές τους και υπέρ του να μοιράζεις ευκαιρίες στα υλικά να σε γοητέψουν…

Review Overview

User Rating: 4.25 ( 6 votes)
0

About pandespani

2 comments

  1. Πολλά καί καλά αὐτά πού γράψατε γιά τό Gin ἀλλά μήπως σᾶς ξέφυγε ὃτι οἱ Ἀγγλοσάξωνες συνηθίζουν ἀντί γιά Tonic νά χρησιμοποιοῦν περισσότερο τὸ Bitter Lemon γιά τό τέλειο cocktail τους μέ τό Gin; Αὐτό τό Bitter Lemon πού ὃταν τό ζητήσεις ἀπό τούς «φημισμένους» δικούς μας μπάρμαν σέ κοιτάζουν σάν νά εἶσαι ἐξωγήινος.

    • Δεν έχετε καθόλου άδικο και στα δύο. Οι ειδικοί πάντως του Bulldog απεφάνθησαν πως στο συγκεκριμένο ενδείκνυται καλής ποιότητας τόνικ. Αλλά θα το δοκιμάσω και με bitter lemon, που μου βρίσκεται.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*